|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο blade παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: apple
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| blade n | (sharp edge of knife) | λεπίδα ουσ θηλ |
| | Occasionally chefs sharpen the blades of their knives. |
| | Οι σεφ ακονίζουν περιστασιακά τις λεπίδες των μαχαιριών τους. |
| blade n | (part of leaf) (βοτανική: επίσημο) | έλασμα ουσ ουδ |
| | (καθομιλουμένη) | φύλλο, φυλλαράκι ουσ ουδ |
| | My cousin uses grass to make music by blowing on the blade while holding it taut. |
| | Ο ξάδελφός μου χρησιμοποιεί χορτάρι για να παίξει μουσική φυσώντας πάνω στο φύλλο ενώ το κρατά τεντωμένο. |
| blade n | (sword) | σπαθί, ξίφος ουσ ουδ |
| | (καθομιλουμένη) | λεπίδα ουσ θηλ |
| | The men drew their blades and prepared for battle. |
| | Οι άνδρες έβγαλαν τα σπαθιά τους και προετοιμάστηκαν για τη μάχη. |
| blade n | (part of propeller) | λεπίδα ουσ θηλ |
| | | πτερύγιο ουσ ουδ |
| | Most propellers have three blades, but some have only two. |
| | Οι περισσότερες προπέλες έχουν τρεις λεπίδες, αλλά μερικές έχουν μόνο δύο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| blade n | abbreviation (computing: blade server) | εξυπηρετητής blade, διακομιστής blade φρ ως ουσ αρσ |
| | | εξυπηρετητής λεπίδων, διακομιστής λεπίδων φρ ως ουσ αρσ |
| | Using blades means you can fit more servers into the available space. |
| blade n | figurative (swordsman) | ξιφομάχος ουσ αρσ/θηλ |
| | (μεταφορικά) | ξίφος ουσ ουδ |
| | The character of Zorro is a masked blade. |
| blade n | archaic (energetic, dapper young man) (κατά λέξη) | νεαρός γεμάτος ζωή περίφρ |
| | | νεαρός επίθ ως ουσ |
| | (παλαιό, λόγιος) | νεανίας ουσ αρσ |
| | The three young blades were dressed in the latest fashion. |
| blade n | (metal part of ice skate) | λεπίδα ουσ θηλ |
| | The blades on my skates are dull, so I can't skate very fast. |
| blade n | (part of tongue) (γλώσσα, στόμα) | ράχη ουσ θηλ |
| | Press the blade of your tongue to the roof of your mouth. |
| blade n | (botany: leaf blade) (μέρος φύλλου) | έλασμα ουσ ουδ |
| | This plant has rounded leaf blades with serrated edges. |
| blade n | (broad surface of oar, bat, etc.) (επίσημο) | ταρσός ουσ αρσ |
| | (καθομιλουμένη) | το πλατύ μέρος περίφρ |
| | Harold struck the tree stump with the blade of his oar. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|